Lexima

Συζητήσεις για την Λογοτεχνία κι όχι μόνο...
Ημερομηνία Πέμ Ιουν 22, 2017 10:29 pm

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες




Δημιουργία νέου θέματος Απάντηση στο θέμα  [ 42 δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα Προηγούμενη  1, 2, 3
Συγγραφέας Μήνυμα
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Δευτ Απρ 20, 2009 9:15 am 
Χωρίς σύνδεση
Δραστήριο Μέλος
Άβαταρ μέλους

Εγγραφη: Πέμ Σεπ 27, 2007 10:22 am
Δημοσ.: 207
Τοποθεσια: Aθήνα
Εικόνα

"Kαι εσύ μας έφυγες, ζωή/ σε νοσταλγώ και λιώνω/ μα δε γυρνώ στον πόνο/ κλειδιά στη θέση, πόρτα κλεισμένη, καρδιά καμένη/ σκέψεις περνάνε, χαλασμένες εικόνες/ θάνατος κοντά, ατέλειωτοι αγώνες/ περιμένουν διέξοδο/ σε φτωχό κόσμο/ σε πικρό δάκρυ, σε καμένη ελπίδα/ ποτά μοιράζονται, χαρούμενα πρόσωπα/ περνάνε, μα δεν δίνουν λύσεις/ σπάζοντας στα μπαλκόνια την ανία τους/ καταμετρώντας χαμένες ψήφους/ που τους έρχονται, συνεχώς, για να έχουν χαμόγελο/ αφήνοντας φτωχό κόσμο στη φτώχεια του/ αφήνoντας καμένη γη σε καμένη πατρίδα/ δεν σε θέλω, δεν σε είδα/ τα όπλα θα πάρουν φτωχοί άγγελοι/ θα φέρουν ειρήνη/ γαλήνη σε άγια πρόσωπα/ γαλήνη, μόνο γαλήνη."

Γιάννης Βέλλης

http://www.youtube.com/watch?v=2yuSha_G ... re=related

_________________
"Καλημέρα, Καλησπέρα, Καληνύχτα"


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Δευτ Απρ 27, 2009 6:57 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Ο Ραφίκ Σαμπίρ γεννήθηκε στο Νότιο Κουρδιστάν το 1950. Πήρε το πρώτο του δίπλωμα στην Κουρδική φιλολογία από το Πανεπιστήμιο της Βαγδάτης το 1974. Μπήκε στο Κουρδικό κίνημα το 1979 και η ζωή του ως αντάρτης αποτελεί πηγή πολλών ποιημάτων του. Έκανε διδακτορικό, σχετικά με την ιστορία των Κούρδων, στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας το 1988. Ζει αυτοεξόριστος στη Σουηδία, όπου κυκλοφόρησε έναν τόμο με ποιήματά του. Είναι από τους πρωτοπόρους Κούρδους ποιητές.


ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΣΑΙ

(στον Γιλμάζ Γκιουνέι)
Σε τούτα τα μεσάνυχτα του κόσμου από πού ήρθες;
Πώς μπόρεσες ν’ αποτινάξεις τα δεσμά
και να υψωθείς σαν ήλιος μέσα απ’ την ομίχλη
του χειμώνα;
Χώρα πάγων ήταν εδώ. Εσύ από ποιον δρόμο ήρθες;
Εδώ ήταν ο τόπος της φωτιάς. Από πού μας ήρθες;
Το Κουρδιστάν ήταν γεμάτο άγριους λύκους
και το ‘πνιγε το έγκλημα. Ποιο δρόμο πήρες κι ήρθες;
Πως έμαθες, πού έμαθες τον πολιτισμό
και τραγουδάς ταχταρίσματα στη χώρα των λύκων;
Ποιο δρόμο πήρες και μας ήρθες;

Στην καταιγίδα ετούτη, στη νεροποντή, χαμένος σε όνειρα
είσαι; Ουράνιο τόξο είσαι; Τραίνο ονείρων είσαι;
Λιμός χτυπάει τον τόπο μας
ερείπια κατάντησαν οι εποχές
και συ τι είσαι μέσα στο χαμό;
Του ορίζοντα το πρόσωπο
ή του σταριού ένα φύτρο;

Κάποια καταχτημένη αυγή
θα ξυπνήσουμε μαζί σου και θα βρούμε
τα χνάρια της ταυτότητάς μας στα όνειρά σου.
Θα γεμίσουμε το Κουρδιστάν με αγάπη.
με ουράνια τόξα, ταχταρίσματα κι αλήθειες.


ΕΥΑ

Ήσουν φωτιά
μα μήτε μ’ έκαψες
μήτε με ζέστανες
Ήσουν ποταμός
μήτε μ’ έπνιξες
μήτε με νανούρισες στην αγκαλιά ενός από τα κύματά σου
Τώρα ακίνητος είσαι στρόβιλος
και μουγκρίζεις δέκα φορές τη μέρα
μα δεν με ξεκουράζεις λίγο
μήτε με παίρνεις έστω μια φορά μαζί σου.


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ

Είχα έναν μικρό γαλάζιο ουρανό
Οι καταχτητές μου τον πυρπόλησαν
Είχα ένα ρυάκι κόκκινο αίμα
ένα σακουλάκι μελένια όνειρα
και λίγα βιβλία
Μου τα λεηλάτησαν.

Μα όταν ήρθαν
το δέρμα να μ’ αλλάξουν
και το πρόσωπο
ντύθηκα το χιόνι και τον κεραυνό
φορτώθηκα στον ώμο την πατρίδα
και πήρα το δρόμο του όπλου.

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Παρ Μάιος 01, 2009 10:52 am 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
MEΡΑ ΜΑΓΙΟΥ...

http://www.youtube.com/watch?v=Nq0IuGed__c

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Παρ Μάιος 01, 2009 11:17 am 
Χωρίς σύνδεση
Δραστήριο Μέλος
Άβαταρ μέλους

Εγγραφη: Πέμ Σεπ 27, 2007 10:22 am
Δημοσ.: 207
Τοποθεσια: Aθήνα
Εικόνα

"Μάης έρχεται/ όλα αλλάζουν, όλα κουράζουν/ καθίζηση και άνοιξη, μαζί/ είμαστε έτοιμοι/ ξεκινήσαμε/ φτώχεια και δύναμη, μαζί/ μαζί και εσύ, ξεκινήσαμε/ όλο και λιγότερα, όλο και χειρότερα/ μας "χαρίζουνε", απλόχερα/ δεν περιμένουμε/ δεν παίρνουμε πια/ δεν θέλουμε.../ ξεκινήσαμε, δεν γυρνάμε πίσω/ ερχόμαστε, πάνω σας/ να τελειώνουμε το δικό σας παιχνίδι/ η ώρα έφτασε, η ώρα έφτασε, η ώρα έφτασε/ και κόλλησε, δεν πάει αργότερα/ μόνο τώρα..."

Γιάννης Βέλλης

http://www.youtube.com/watch?v=HjYQp9PE ... re=related

_________________
"Καλημέρα, Καλησπέρα, Καληνύχτα"


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Δευτ Μάιος 11, 2009 9:01 am 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Κώστας Βάρναλης

Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. (Το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.) Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.

Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974.


Έργο

Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Ποίηση

«Οι μοιραίοι», χειρόγραφο του ποιητή
Προτομή του Κ. Βάρναλη (Αργυρούπολη)Ποιητικές συνθέσεις
Ο Προσκυνητής (1919)
Το Φώς που καίει (Αλεξάνδρεια 1922 με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας). Το 1933 επανατυπώθηκε στην Αθήνα με αναθεωρήσεις.
Σκλάβοι Πολιορκημένοι (1927)
Ποιητικές συλλογές
Κηρήθρες (1905)
Ποιητικά (1956)
Ελεύθερος κόσμος (1965)
Οργή λαού (1975)
Πεζά και κριτικά έργα
Ο λαός των μουνούχων (Φιλ.ψευδ. Δήμος Τανάλιας) (1923)
Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925)
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931)
Αληθινοί άνθρωποι (1938)
Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1947)
Πεζός λόγος (1957)
Σολωμικά (1957)
Αισθητικά Κριτικά Α και Β (1958)
Ανθρωποι. Ζωντανοί - Αληθινοί (1958)
Οι δικτάτορες (1965)
Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980)
Θέατρο
Άτταλος ο Τρίτος (1972)
Μεταφράσεις
Αριστοφάνης - Βάτραχοι
Αριστοφάνης - Εκκλησιάζουσες
Αριστοφάνης - Ιππείς
Αριστοφάνης - Λυσιστράτη
Αριστοφάνης - Πλούτος
Ευριπίδης - Ιππόλυτος
Ευριπίδης - Τρωαδίτισσες
Κινέζικα τραγούδια
Μολιέρος - Μισάνθρωπος

Ο ποιητής Βάρναλης εντάχτηκε με τις νέες ιδέες που υπόσχονταν έναν αταξικό κα λύτερο κόσμο. Με την τέχνη του πολέμησε το κοινωνικό κατεστημένο, κατήγγειλε τις αδικίες, την ανισότητα και τις αθλιότητές του.

Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας
με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου
σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει.
Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή δίπλα στ’ αφτί
για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω απ’ τα τείχη
τη στρογγυλή βουή του ιστορικού αναπότρεπτού ήλιου.
Αυτό τον ήλιο μας έδειξες.
(Γιάννης Ρίτσος – Αυγή 8-12-1956).

Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ

«Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ 'μαι τέκνο της ανάγκης
και ώριμο τέκνο της οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη
γιατί δεν με έστειλε κανείς
πατέρας, τάχα παρηγόριας
για σένα σκλάβε που πονείς.

Ουράνιες δυνάμεις, άγγελοι,
κρίνα, πουλιά και ψαλμουδιές
τίποτα - εμένα παραστέκουν
οι θυμωμένες σας καρδιές.

Εγώ του καραβιού γοργόνα
στ' ορθόπλωρο καράβι μπρος.
Απάνω μου σπάνε φουρτούνες
κι άγριος ενάντιά μου καιρός.

Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και στην παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.

Ενας δεν είμαι, μα χιλιάδες!
Οχι μονάχα οι ζωντανοί
κι οι πεθαμένοι μ' ακολουθάνε
σε μιαν αράδα σκοτεινή.

Μα όσοι αγέννητοι χιλιάδες
άπλαστοι ακόμα με βλογούν
κι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους
απάνω μου και τα λυγούν.

Δεν δίνω λέξεις παρηγόριας,
δίνω μαχαίρι σ' ολουνούς
καθώς το μπήγω μες στο χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους....

Ω! πώς το παίρνουν οι αγέρες
και πώς φωνάζουνε μετά
άβυσσοι μαύροι, τάφοι μαύροι
ποτάμια γαίματα πηχτά.

Οθε περνά γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψευτιά!

Κι ένα στυλώνει κι ανασταίνει
το 'να Βασίλειο της Δουλειάς
Ειρήνη! Ειρήνη! Το Βασίλειο
της πανανθρώπινης φιλιάς».


Οἱ μοιραῖοι

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)

Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.

-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!



Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου

Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια
καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ
τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ
καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.

Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά,
φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!

Ἀνωχώρι, Κατωχώρι,
ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή,
ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.

Εἴκοσι χρονῶ γομάρι
σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ
τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.

Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι
(ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα
τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.

Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.

Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη
ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό,
τὴν τιμή της οὐρανό!

Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα
μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ
νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.

Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του
μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός:
«Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!

Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει
ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί,
νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!

-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!...
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»

Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα
παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ,
τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!

Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ
θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ
(ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),

Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ
στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του
νὰ φιλάει τὰ γένια του!

Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.

Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω
στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν
καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!

Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη
ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ
τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!

Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε
ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!...»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ
πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.

Τότενες τὸ μαῦρο φίδι
τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ
βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:

«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια
κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ
κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.

Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.

Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.

Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».



Τσιγγάνικο

Βάρα γερὰ τὸν νταγερέ, πιωμένε μου λεβέντη!
Κορδέλλα κόκκινη κρεμῶ στὸν ἄγριο ἐσὲ ζουρνᾶ σου!
Φλουρὶ κολλῶ στὸ στῆθος σου, ξυπόλυτη χορεύτρα!
στρογγυλοπαίζει σου ἡ κοιλιὰ κι ὁ κόρφος σου πετάει
τὰ μπρούνζινα γιορτάνια σου καὶ τὰ χοντροβραχιόλια.

Παίζει τὸ μαῦρο μάτι σου, μαργιόλικο, μεγάλο,
καὶ φέρνει ὁ λάγνος σου χορὸς τὴν πεθυμιὰ τῆς νύχτας!..

Κρασὶ ἂς μὴ παύσουν τ᾿ ἄταχτα μουστάκια μας νὰ στάζουν!..
Ἒ σύ, πατέρα! Ἡ κόρη σου ῾πόψε τὸ παθαμύθι
θὰ μοῦ εἴπει τὸ τσιγγάνικο πά᾿ στὸ προσκεφαλό μου!



Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς

Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.

Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.

Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.

Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!



Θυσία

Τὸ μυτερό σου τὸ σκουφί,
Μίδ᾿ ἀπ᾿ τὴν ἄτριχη κορφὴ
πέτα κάτω
καὶ φέρε ἀπ᾿ τὸ χλωρὸ τ᾿ ἀχούρι
τὸ διχρονίτικο γαϊδούρι
τὸ βαρβάτο!

Ποῦ λάμπ᾿ ἡ πέτσα του γιαλὶ
καὶ κανεὶς δὲν τὸ καβαλλεῖ
καὶ τὴ νιότη
τὴν ἀπερνάει στὰ πισινά του
ὁλόρθο, κ᾿ εἶναι τ᾿ ἀχαμνά του
ὅλο ἀξιότη!

Φέρτο στὴ μέση τ᾿ ἁλωνιοῦ
καὶ στὸ ριζὸ τοῦ πλατανιοῦ
ρίχτο χάμου,
εἶν᾿ ἡ σειρά του νὰ δοξάσει
τοὺς γόνιμους θεούς, νὰ πιάσ᾿ ἡ
προσφορά του!

῾Πόψε παντρεύομαι, γι᾿ αὐτὸ
σοῦ ἄξιζε τέτοιο ἕνα σφαχτὸ
κοτσονάτο,
ἐσένα, Πρίαπε, ἀσκημομούρη,
ποὖσαι κι᾿ ἐσὺ σὰν τὸ γαϊδοῦρι,
τὸ βαρβάτο!

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τετ Μάιος 13, 2009 8:33 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Οχτώβρης(Κώστας Βάρναλης )


Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι
κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα·


αφού μας εσκοτώναν έτσι αιώνες
τ' αφεντικά μας οι απατεώνες,
της Λύτρωσης, αδέρφια, η ώρα φτάνει
αρπάχτε από το Χάρο το δρεπάνι!



Τελειώσανε τα ψέματα κι αστεία.
Κάνει νερά και τρίζει η Πολιτεία.
Το σάπιο, το κουρσάρικο καράβι
δεν το σώζουν των φασισμών οι μπράβοι.

Ψηλά κι ορθοί σταθείτε δικαιοκρίτες
όλου του κόσμου οι μάρτυρες κι ακρίτες!
Απ' τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά Ιστορία.



1935, Αη Στράτης

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Τετ Μάιος 13, 2009 8:48 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Κώστας Βάρναλης, Στην εξορία



Στην εξορία (Οχτώβρης 1935)



Μας σιδεροδέσανε τα χέρια
και μας κλείσαν ολούθε μαλινχέρια.

Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,
και μας ζυγιάσαν την ψυχή – βαριά!

Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρό
χέρι δεξί με χέρι αριστερό.

Mουδιασμένο και τ’ άλλο μας, που εκράτει
βαλίτσα ή δέμα για τον Άη – Στράτη.

Κατάχαμ’ Αρετή, Μυαλό και Νιάτα!
Τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα...

Τυχερέ, κείνο τ’ άθλιο δειλινό
σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.

Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός
κι ατάραγος πάνου απ’ τη Μοίρα αφτός,

κοιτούσε την ερχόμενην ευδία.
Συ νεβρικός από την αηδία.

Μαζί μας, τελεφταίοι, με το βαπόρι
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.

Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η Λεφτεριά και τα χασίσια.

Μα το καλογεράκι απ’ τ’ Αγιονόρος,
που πέταξε τα ράσα, ο θεοφόρος,

και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια,
ξουρισμένα μουστάκια και σαγόνια,

μαζί μας δεν το δέσανε. Βλακεία
να πομπέψουν πατρίδα και θρησκεία!

Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,
τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.

Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,
για να ρθει ο Εξορισμένος απ’ τα ξένα,

να χωρίσει το Έθνος και να βάλει
τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Κυρ Μάιος 31, 2009 6:32 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Χουσεΐν Φερχάτ


ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ


Το χάραμα φωτίζει την ανατολή
Ο αστυνόμος έρχεται λέει, το παιδί
Ένα παιδί βάζει το κεφάλι του μέσα στο πάπλωμα
Ένα παιδί φτύνει στο πάτωμα
Ο αστυνομικός έρχεται, λέει το παιδί
Ένα παιδί είχε βάλει μια πέτρα σε μια σφενδόνα
Ένα παιδί αρχίζει ξαφνικά να κλαίει
Ο αστυνόμος έρχεται, λέει ένα παιδί
Ένα παιδί φωνάζει « berde lo » (κουρδικά άφησε τον )
Ένα παιδί (κατουριέται πάνω του

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Κυρ Μάιος 31, 2009 6:40 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Ο Κεμάλ Μπουρκάϊ γεννήθηκε το 1937 στην περιοχή Ντέρσιμ και συγκεκριμένα στο χωριό Dirban (Kizilkale), δηλαδή στο σημερινό Κουρδιστάν της Τουρκίας. Μετά το Δημοτικό σχολείο, σπούδασε δάσκαλος στο Ινστιτούτο της κωμόπολης Akcadag και διορίστηκε το 1955. Το 1956 γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Άγκυρας, από όπου αποφοίτησε το 1960, δίνοντας εξετάσεις τα καλοκαίρια. Για ένα διάστημα εκπαιδεύτηκε ως τοπάρχης, αλλά κατόπιν αποφάσισε να δικηγορήσει. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου την περίοδο 1971- 74. Το 1969, στην περιοχή Ελάζιγ και κατά τη διάρκεια της παράστασης του έργου “Pir Sultan” έγιναν επεισόδια με αποτέλεσμα να τον συλλάβουν και να υποστεί βασανιστήρια.
Το 1971, μετά την επιβολή του στρατιωτικού νόμου της 12ης Μαρτίου, τα Στρατοδικεία του Ντιγιάρμπεκιρ και της Άγκυρας εκδώσανε ένταλμα σύλληψης του Μπουρκάι λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας. Ύστερα από φυλάκιση ενός χρόνου, αποφυλακίστηκε.
Το 1974, ο Μπουρκάι με ορισμένους φίλους του ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PSK).
Το 1980, όταν οι τουρκικές αρχές διέταξαν τη σύλληψή του κατέφυγε πάλι στο εξωτερικό.
Τον ίδιο χρόνο η χούντα τού αφαιρεί την τουρκική υπηκοότητα, οπότε ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Σουηδία, όπου συνέχισε τις πολιτικές του δραστηριότητες Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να ασχολείται με το λογοτεχνία, γράφοντας συνεχώς, ορισμένα από τα οποία τα εξής : «Alıko u Baz» (πέδιλο μυθιστόρημα, 1985) « Çarin »( τετράστιχα στην κουρδική γλώσσα 1992) « Τραγούδι για το ποίημα που χάθηκε» (συλλογή ποιημάτων,1993) και ο πρώτος τόμος του βιβλίου του « Οι Κούρδοι και Κουρδιστάν» (Εκδόσεις Παπαζήση –1999, Επιμέλεια: Τζεμίλ Τουράν) που είναι μια ιστορική αναφορά στο Κουρδικό ζήτημα.
Το τελευταίο του λογοτεχνικό έργο είναι μια ποιητική συλλογή με τίτλο « Berf Fedi Dıke» (το χιόνι ντρέπεται, 1995) .

Χελίν


Τη μέρα της γέννησής της ήμουνα στα βουνά του χωριού
όταν έγινε 6 μηνών, ήμουνα στη φυλακή
όταν γύρισα, με είχε ξεχάσει
όταν έγινε τριών χρόνων, συναντηθήκαμε ανάμεσα στις ξιφολόγχες.
Πρόσφερε σε μένα και στο θείο αστυνόμο μπισκότα,
όταν έγινε έξι χρόνων, οι προσταγές του πολέμου χτύπησαν την πόρτα μας,
Για ένα χρόνο γύριζα ανάμεσα στην Άγκυρα, την Κωνσταντινούπολη και το Ντιγιαρμπεκίρ
όταν με επισκέφτηκε στη φυλακή
ήταν θυμωμένη μαζί μου γιατί δεν γύρισα στο σπίτι
και όταν έγινε 7 χρόνων
έφυγα από το δρόμο της και άφησα την πατρίδα μου.
Τώρα είναι οκτώ χρόνων.
Δεν ξέρει τους λόγους που έφυγα.
Ξέρει τον πόνο
Και όλα όσα έγιναν είναι όπως το χάλασμα ενός παιχνιδιού γι΄ αυτήν.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Κάποτε τα παιδιά είναι ο κόσμος
Στο πρόσωπό τους, το μπλε του φθινοπώρου
Η βροχή πέφτει, ο ήλιος λάμπει μπροστά
Και κάποτε τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα
Σφαίρες απόσταση από την αγάπη μες.

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης:
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Κυρ Μάιος 31, 2009 7:09 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Γεννήθηκε στο Κουρδιστάν της Τουρκίας, στην πόλη του Μαρτνίν στο χωριό Χασάρ, το 1903. Παιδί φτωχής οικογένειας, που σε πολύ μικρή ηλικία έχασε τους γονείς του. Τον μεγάλωσε ο αδερφός του. Από νωρίς γνώρισε την κρατική βία των Τούρκων και τη φεουδαρχική βία των αγάδων.
Το 1914 κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αναγκάστηκε μαζί με τους συγγενείς του να μεταναστεύσει στην πόλη Αμούτ. Μετά τον πόλεμο η Αμούτ πέρασε στη δικαιοδοσία της Συρίας, έτσι Τζιγερχούν δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω στο Κουρδιστάν της Τουρκίας. Μέχρι τα 18 του δεν πήγε σχολείο. Τότε ήταν που αποφάσισε να γίνει μουλάς και απέκτησε θρησκευτική παιδεία. Έτσι και με αυτήν την ιδιότητα του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει πολλές περιοχές όπου συνάντησε μόνο τη φτώχεια και τη βία. Ως αιτία αυτής της αθλιότητας δεν θεώρησε μόνο τους πολιτικούς παράγοντες αλλά και τον μυστικισμό της θρησκείας. Αυτό του το πιστεύω άρχισε να μεταδίδει σε συγκεντρώσεις πιστών με αποτέλεσμα να θεωρηθεί άπιστος. Ο μόνος δρόμος ήταν να εγκαταλείψει τη θρησκευτική διδασκαλία. Βρήκε όμως το μεγάλο δρόμο της ποίησης.
Τα ποιήματά του πέρασαν τα σύνορα, έγινε πολύ γνωστός και οι Κούρδοι τον θεωρούν εθνικό τους ποιητή. Όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και κυρίως οι επαναστάσεις έχουν επηρεάσει τον ποιητικό του λόγο, όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 (ο Τζιγερχούν ήταν τότε 14 χρόνων), η εξέγερση Seyh Saıt του 1925 και η εξέγερση του Αραράτ το 1927-30 που την είχε οργανώσει κιόλας, η θηριωδία των ναζί. Ακόμη και για το Βιετνάμ έγραψε το ποίημα «Dien Bien Fu», καταδίκασε τον αμερικανικό ρατσισμό με το «Ο φίλος μου Πολ Ρόμπσον» και στηλίτευε πάντα τον σιωνισμό - πιστός φίλος των Παλαιστινίων. Οδηγός του ο ενθουσιασμός της εξέγερσης αλλά και η πίκρα της ήττας.
Τα ποιήματά του δημοσιεύονταν στο περιοδικό Hawar, που εξέδιδε ο Τζελαντέτ Μπεντριχάν. Ο Τζιγερχούν μέχρι το θάνατό από καρδιακή προσβολή, στις 22 Οκτωβρίου του 1984. στη Στοκχόλμη, δεν σταμάτησε ποτέ τον οργανωτικό του αγώνα. συνέχισε τον οργανωτικό αγώνα. Τον έθαψαν στη Συρία, στην πόλη Καμισλί, στον κήπο του σπιτιού του.

ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Είμαι το ρόδο στο αμπέλι του παραδείσου της Ανατολής.
Είμαι ο ήλιος που ακτινοβολεί στο σκοτάδι της νύχτας.
Αναβράζω να βγω από την καρδιά του χρόνου
Είμαι ο Ευφράτης που ξεπήδησε από τη μακρινή ιστορία.
Είμαι γεμάτος ζωή, μια υπέροχη ζωή είναι αυτό που θέλω
να σπείρω, με τους σπόρους που άνθισαν το 19ο αιώνα.
Είμαι αστραπή γεμάτη σπίθες, το σύννεφο του κεραυνού,
με μια δυνατή φωνή κατεβαίνω από τον ουρανό στην πατρίδα.
Είμαι η πλημμύρα με τα αφρίζοντα κύματα
θέλω να ξαναζωντανέψω την κοινωνία.
Είμαι αστραπή, φλόγες, φωτιά, μια πυρκαγιά
για τα είδωλα και τους θεούς.
Καίγομαι ώς το θάνατο κι ακόμα φωτίζω
την πιο σκοτεινή νύχτα - φως για κείνους που τα μάτια τους δε μπορούν να δουν
τον αγώνα μου και τις προσπάθειές μου.
Παίρνω αυτό το μονοπάτι έστω κι αν έχει σκυλιά που γαβγίζουν,
Είμαι έτοιμος για την αυτοθυσία μου στο δρόμο της απελευθέρωσης
Θέλω να βράσω, να ξεχειλίσω απ’ το δοχείο
είμαι ο αγώνας, η επανάσταση, το μεγάλο κατόρθωμα
των θαλασσών και των λιμνών, ολόκληρου του κόσμου.
Μα είμαι μόνο μια σταγόνα δίπλα στο χείμαρρο
Ψάχνω για τη λευτεριά.
Είμαι ένας δημοκράτης, θέλω να ζήσω με τα μάτια ανοιχτά,
Γι’ αυτό είμαι γεμάτος μ’ αυτό που είναι για το έθνος



_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Σάβ Σεπ 12, 2009 8:22 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Τρί Ιαν 06, 2009 4:40 pm
Δημοσ.: 166
Τοποθεσια: Αθήνα
Hikmet Nazim: Γείτονας Πατριώτης Ποιητής


Νazym Hikmet
Βιογραφικό



Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη 1902. Ο πατέρας του Χικμέτ Ναζίμ Μπέης, υπηρετούσε στο Υπουργείον Εξωτερικών, έκανε μάλιστα για λίγο και Πρόξενος στο Αμβούργο κι όταν απολύθηκε έκανε τον διαχειριστή σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η μητέρα του, Αϊσέ Τζελιέ Χανούμ, ήτανε ζωγράφος.
Ο μικρός Ναζίμ ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στη Κωνσταντινούπολη κι ύστερα γράφτηκε στη Ναυτική Σχολή Χάλκης, το 1918, κάτω από τη διοίκηση του Κεμάλ Πασά. Ο διοικητής του, άκουσε και θαύμασε το ποίημά του "Λόγια Ενός Αξιωματικού Του Ναυτικού", που 'χε γράψει στα 12. Όταν αποφοίτησε μπήκε στο πολεμικό σκάφος Hamidiye ως εκπαιδευόμενος αξιωματικός καταστρώματος. Ωστόσο, η σταδιοδρομία του στο Ναυτικό σταμάτησεν απότομα, γιατί αρρώστησεν από πλευρίτη στη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας (1919) και δεδομένου ότι δε μπόρεσε ν' ανακτήσει την υγεία του, απαλλάχτηκε σαν άτομο μ' ειδικές ανάγκες (1920).
Ανέλαβε καθηγητής στην Ανατολία, στο γυμνάσιο Bolu, για σύντομο διάστημα (1921). Ενδιαφέρθηκε ζωηρά για τη ρωσική επανάσταση, πήγε στη Μόσχα και μελέτησεν οικονομία και κοινωνικές επιστήμες στο εκεί πανεπιστήμιο (1922-1924). Εκεί συναντά τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη κι επηρεάζεται απ' αυτόν. Η επαναστατική τούρκικη ποίηση έχει τον "πατέρα" της. Όταν επέστρεψεν αρχίζει να δουλεύει σε μιαν εφημερίδα της Σμύρνης. Στη Τουρκία όμως το κεμαλικό κίνημα μισεί την αριστερή παράταξη και ξεκινά διώξεις και συλλήψεις. Έτσι αναγκάζεται να ξαναφύγει κρυφά για τη Μόσχα. Ο Μαγιακόφσκη τονε ξαναμαγεύει και μην αντέχοντας για πολύ να 'ναι μακριά από τη πατρίδα, γυρίζει κρυφά, χωρίς διαβατήριο.
Συλλαμβάνεται κι εισπράττει τη πρώτη καταδίκη για τα επαναστατικά του φρονήματα. Μπαίνει στη φυλακή Hopa για 3 μήνες (1928). Έπειτα, εγκαθίσταται στη Κωνσταντινούπολη κι εργάζεται σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και σε κινηματογραφικά στούντιο. Εκδίδει τα πρώτα βιβλία ποίησης και γράφει συνεχώς (1928-1932). Συλλαμβάνεται ξανά το 1931, αλλά στο δικαστήριο, απο κατηγορούμενος, γίνεται κατήγορος κι αναγκάζονται να τον αθωώσουν. Την επόμενη χρονιά τονε ξαναπιάνουν και καταδικάζεται 5 χρόνια φυλακή, όμως αφήνεται λεύτερος λόγω της αμνηστείας για τον εορτασμό των πρώτων 10 ετών της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Εργάστηκεν ως αρθρογράφος και συντάκτης σε περιοδικά κι εφημερίδες με το ψευδώνυμο Orhan Selim (1933). Μα η αντίδραση που ξέρει πια με ποιον έχει να κάνει, του στήνει προβοκάτσια το 1934. Μηνύεται επειδή έκανε δήθεν, προπαγάνδα στους σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Δικάζεται "κεκλεισμένων των θυρών", χωρίς συνήγορο και καταδικάζεται συνολικά, σε 35ετή φυλάκιση, μα κατορθώνει να τη μειώσει στα 28 χρόνια και 4 μήνες σύμφωνα με τα άρθρα 68 κι 77 του τουρκικού ποινικού κώδικα (1938). Μπαίνει στα φοβερά μπουντρούμια της φυλακής στη Προύσα.
Οι διανοούμενοι ξεκινούν μεγάλην εκστρατεία για να πείσουν την ηγεσία να τον αμνηστεύσει. Αρχίζει απεργία πείνας στη φυλακή (1950). Τελικά, η υπόλοιπη ποινή, του χαρίζεται, μετά 13 χρόνια φυλακής. Δε μπορούσε να βρει δουλειά, μήτε να εκδόσει βιβλία, λόγω που 'χεν οριστεί ως άτομο μ' ειδικές ανάγκες κι είχε σταματήσει τη στρατιωτική του θητεία. Διάταγμα που ουσιαστικά είχε κείνον για στόχο. 50 χρονών πια, άρρωστος και σε τρομερά δύσκολη θέση, φοβούμενος παράλληλα τυχόν απόπειρα κατά της ζωής του, αποδέχεται τη συμβουλή του γνωστού, σύγχρονου, θεατρικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Refik Erduran κι αυτοεξορίζεται. Με ρουμάνικο σκάφος, διαπλέει τη Μαύρη θάλασσα και περνά στη Ρωσία και πιο συγκεκριμένα στη Μόσχα.
Από κει πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου μέσα σε μια κατάμεστην αίθουσα με πάνω από 500 άτομα, δίνει ένα αγωνιστικό ρεσιτάλ και καταχειροκροτείται σαν ελεύθερος πλέον αγωνιστής ποιητής. Χωρίς να σταματήσει να γράφει, περνά την υπόλοιπη ζωή του, στη Μόσχα.
Στις 3 Ιουνίου 1963 ο Ναζίμ Χικμέτ πεθαίνει και θάβεται στη Μόσχα, σ' ηλικία 61 ετών.
________________________________________________

"Φίλοι κι αδέλφια της ψυχής μου. Εσείς που πέσατε στις φυλακές και στα νησιά της κόλασης, που σας κρατάν αλυσωμένους μες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γιατί πολεμάτε για την ανεξαρτησία, το ψωμί και τη λευτεριά του ελληνικού λαού, δεχτείτε την αγάπη και τον θαυμασμό μου.
Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας έχουνε τους ίδιους θανάσιμα μισητούς εχθρούς: τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους λακέδες του.
Οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, φιλιωμένοι ο ένας με τον άλλο, με τη βοήθεια των φιλειρηνικών λαών όλου του κόσμου, θα τσακίσουνε στο τέλος αυτούς τους εχθρούς τους. Αυτό το πιστεύω. Ο δικός σας ένδοξος αγώνας είναι μια από τις πιο λαμπρές αποδείξεις ότι θα νικήσει η υπόθεση της ειρήνης, του ψωμιού και της λευτεριάς.
Σας σφίγγω όλους μ' αγάπη στην αγκαλιά μου."
ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ 10/8/1951 Βερολίνο
(αυτόγραφο του)
________________________________________________

Στους Δεκαπέντε Συντρόφους

Δε χύνουν δάκρυ
μάτια που συνηθίσαν να βλέπουνε φωτιές
δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ' αστέρι
με περηφάνεια
δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους
το τρομερό σας όμως κάλεσμα
μες στη ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θε να χτυπάνε
μαζί μας
το σιγανό σας βόγγισμα
σαν προσκλητήρι
χτυπά στ' αφτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.

Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου 'ναι γραφτός ο δρόμος
της συντριβής
και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ' αδέρφια μας της μάχης
και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι ας είναι βαριές μας
οι θυσίες.

Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε
τα κύματά σου
και θα 'ρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου
ω ναι θα 'ρθει
η μέρα που θ' αρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας
έχουνε βαφτεί.
1921

Κλαίουσα Ιτιά

Κυλούσε το νερό
και στον καθρέφτη του γιαλίζονταν ιτιές
τα πλούσια τα μαλλιά τους λούζαν λυγερές.
Και τα σπαθιά τ' αστραφτερά τους
χτυπώντας στους κορμούς
καλπάζαν κατακόκκινοι μες στους δρυμούς
καλπάζαν προς τη δύση
μεθύσι!...

Και τότε ξάφνου
σα το πουλί το λαβωμένο
το πληγωμένο
στο φτερό του
γκρεμίστηκ' ένας καβαλάρης
απ' τ' άλογό του.

Δε σκλήρισε
τους άλλους που 'φευγαν δε ζήτησε
τα βουρκωμένα μάτια του εγύρισε
μονάχα για να δει
τα πέταλα που λάμπαν.
Το ποδοβολητό εσβούσε μες στη φύση
και τ' άλογα εχάνονταν στη δύση!

Καμαρωτοί εσείς καβαλαρέοι
Ω κόκκινοι κι αστραφτεροί καβαλαρέοι
καβαλαρέοι φτερωτοί
καμαρωτοί
ωραίοι!...
Μ' ίδιες φτερούγες πέταξη η ζωή που ρέει!

Ο φλοίσβος του νερού σταμάτησε
εχάθη
οι ίσκιοι εβυθίστηκαν στου σκοταδιού τα βάθη
τα χρώματα σβηστήκαν
στα μάτια του τα πένθιμα
τα πέπλα κατεβήκαν
και της ιτιάς η φυλλωσιά
χαϊδεύει τα μαλλιά του!

Μη κλαις ιτιά μου θλιβερά
και μη βαριοστενάζεις
πάν' απ' τα σκοτεινά νερά
το δάκρυ μη σταλάζεις
Ω μη στενάζεις
με σφάζεις.
1925

Για Τα Τραγούδια Μου

Δεν έχω πήγασο με σέλαν αργυρή
ούτε και πόρους
-όπως τους λεν'- αδήλους
δεν έχω μήτε γη
μια σπιθαμή
μονάχα ένα ποτηράκι μέλι
σα να 'ναι φλόγα λαμπερή.

Αυτό είναι το βιος μου
κι είναι και για τους φίλους
κι ενάντια σ' όλους τους εχθρούς
εντός μου
φυλάγω αυτόν τον πλούτο μου
ένα ποτήρι μέλι

Υπομονή, συντρόφοι, υπομονή
και θα 'ρθει μέρα η τρανή
ναι θα 'ρθει!
-Σ' αυτούς που 'χουν το μέλι θε να 'ρθει
η μέλισα η μια
απ' τη Βαγδάτη.
1935

Η Χώρα Αυτή Είναι Δική Μας

Η χώρα αυτή π' ορμά απ' την Ασία με καλπασμό
και που προβάλλει
τ' ώριο κεφάλι
σαν το πουλάρι
γεμάτο χάρη
προς της Μεσόγειος το νερό
η χώρ' αυτή είναι δική μας
με ματωμένους τους καρπούς
δόντια σφιγμένα
πόδια γυμνά.

Σα μεταξένιο τούτη η γη μας
είναι χαλί μας
τούτη η γη μας
η κόλασή μας
τουτ' η παράδεισο
είναι δική μας.

Η θέλησή μας
τώρα τρανεύει
να 'ναι δική μας
παντοτινά
να ζούμε λεύτεροι σα δέντρα
σα τα δεντρά του ίδιου δάσου
αδερφωμένα
αγκαλιαστά.
1948

Αυτό Είναι Όλο

ζω στη φεγγοβολή
που προχωράει
ολόγιομα τα χέρια μου
με πόθους
κι ο κόσμος είναι όμορφος πολύ
μοσκοβολάει.

Τα μάτια μου λιμπίστηκαν
τα δέντρα
τα δέντρα που γιόμισαν ελπίδες
και ντύθηκαν τη πράσινη στολή
το λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ' ολόδροσο χαλί
κι απ' το φεγγίτη με καλεί
στις πράσινες νησίδες.

Κι ούτε μυρίζομαι τα φάρμακα
τ' αναρρωτήριο πια δε βρωμάει
-θ' ανοίξουν τα γαρούφαλα
η ώρα η καλή-

Τι τάχα αν είσαι φυλακή;
Να μη λυγάς!
αυτό είν' όλο.
Δεν είναι άλλη συμβουλή.
1948

Δε Μας Αφήνουν Να Τραγουδάμε

Δε μας αφήνουν Ρόμπσον να τραγουδάμε
δε μας αφήνουν καναρίνι
που 'χεις φτερά αητού
μαύρε αδερφέ μου
δόντια που έχεις
μαργαριτάρια
δε μας αφήνουν να ψηλώσουμε φωνή.

Φοβούνται Ρόμπσον
φοβούνται την αυγή,
ν' ακούσουνε φοβούνται
και ν' αγγίσουν
φοβούνται ν' αγαπήσουν
φοβούνται ν' αγαπήσουνε σαν τον Φερχάτ
(Αλήθεια θα 'χετε κι εσείς έναν Φερχάτ
οι νέγροι πως να τονε λένε Ρόμπσον;)

Φοβούνται τα γεννήματα
τη γης
το γάργαρο νερό φοβούνται της πηγής
φοβούνται
να θυμούνται
και τις χαρές τους
το χέρι ενός φίλου δεν έσφιξε ποτέ τους
το χέρι τους
ζεστό
σαν το πουλί
χωρίς να θέλει σκόντα
προμήθειες
η κάποια αναβολή
στη πλερωμή.

Φοβούνται την ελπίδα
φοβούνται Ρόμπσον να ελπίσουν
φοβούνται καναρίνι
που 'χεις φτερά αητού
φοβούνται τα τραγούδια μας
μη τους τσακίσουν.
Οχτώβρης 1949

Ο 'Ανθρωπος Με Το Γαρύφαλο

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ' άσπρο γαρούφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ' το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλο
που 'ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ' τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο που 'πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ' απ' τη θανατική καταδίκη.
Απρίλης 1952

_________________
Μέγιστος Μεγίστων Δαίμων Έρως Εστί


Κορυφή
 Προφίλ  
 
 Θέμα δημοσίευσης: Re: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 10, 2010 3:49 pm 
Χωρίς σύνδεση
Ενεργό Μέλος

Εγγραφη: Σάβ Μαρ 28, 2009 6:07 am
Δημοσ.: 146
Τοποθεσια: Στερεά
Tης Βίας και του Τρόμου
(ή της Γαλήνης και του ειρμού αν προτιμάτε)

Το μολυβοστρατιωτάκι
από την άλλη άκρη της γης
γέρνει
κι εδώ σάματι προσπαθούν
να ταρακουνήσουν
τα κακώς κείμενα
με τον χειρότερο τρόπο που υπάρχει¨
τη βία και τον τρόμο.
Τη βία και τον τρόμο
δεν τη θέλει κανείς
μα αναγκαζόμαστε να τη φιλοξενούμε
στα σπίτια μας στις τηλεοράσεις στις πλατείες μας.


Κορυφή
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση κατά  
Δημιουργία νέου θέματος Απάντηση στο θέμα  [ 42 δημοσιεύσεις ]  Μετάβαση στην σελίδα Προηγούμενη  1, 2, 3

Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες


Μελη σε συνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης


Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Μετάβαση σε:  
cron
Powered by phpBB © 2000, 2002, 2005, 2007 phpBB Group

Μετάφραση Jorfan και phpBB2.gr