| Λέξημα / Πεζογραφία / Η ανατομία δύο ευπώλητων | Ανώνυμος επισκέπτης |
'Αρθρο #157 | Αποστολή από Βορέας |
Παρ 23 Ιούν 2006
Ελευθερίου - Γαλανάκη Η ανατομία δύο ευπώλητων | ![]() |
| Readers Diggest : Η ανατομία δύο ευπώλητων… Ελευθερίου - Γαλανάκη |
Η ανατομία δύο «ευπώλητων»
Δύο από τα τρία αναμφισβήτητα best seller του πρώτου εξαμήνου της χρονιάς (το τρίτο είναι «Ο θείος Τάκης» του Γιάννη Ξανθούλη) μοιάζουν επιδερμικά τουλάχιστον στη λογική, τη θεματογραφία και την προσέγγιση δύο διαφορετικών ιστορικών θεμάτων αλλά παράλληλα, είναι και εντελώς διαφορετικά. Πολύ περισσότερα, είναι εκείνα που «χωρίζουν» παρά εκείνα που συνδέουν τα «Αμίλητα βαθιά νερά» της Ρέα Γαλανάκη με τη «Γυναίκα που πέθανε δύο φορές» του Μάνου Ελευθερίου. Η εμφανής κοινή συνισταμένη των δύο βιβλίων είναι ότι στόχευσαν στην όψιμη αναγνωστική αδυναμία των Ελλήνων: Το ιστορικό μυθιστόρημα ή το μυθιστόρημα με ιστορικές «στρώσεις».
Για όσους τυχόν αγνοούν την θεματογραφία τους (κάτι εξαιρετικά απίθανο) να γράψουμε ότι η Ρέα Γαλανάκη καταπιάνεται με την απαγωγή της Τασούλα Πετρακογιώργη, η οποία συγκλόνισε την Ελλάδα στη δεκαετία του 50 και ο Μάνος Ελευθερίου με την εκτέλεση της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη, στα μέσα της δεκαετίας του 40 από μέλη της ΟΠΛΑ, μιας τουλάχιστον διφορούμενης οργάνωσης της ελληνικής Αριστεράς.
Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι στην υπόθεση της κυρίας Τασούλας τα γεγονότα δεν είναι αποδεκτά και από τις δύο πλευρές, απόδειξη και η επιστολή της προς της συγγραφέα, η οποία λειτούργησε υπέρ των πωλήσεων του βιβλίου αλλά παράλληλα, ξεσήκωσε μια σειρά συζητήσεων. Από την άλλη, οι συνθήκες της δολοφονίας της Παπαδάκη είναι ιστορικά αποδεδειγμένες, ξεκαθαρισμένες και «αποδεκτά» γεγονότα. Και οι δύο συγγραφείς προσπάθησαν, με τον τρόπο τους, να σεβαστούν τα ιστορικά γεγονότα αλλά τελικά αυτός που το πέτυχε στον μέγιστο βαθμό είναι ο Ελευθερίου, κερδίζοντας και την άτυπη λογοτεχνική μάχη. Κυρίως, γιατί πολύ εύστοχα και ευρηματικά δημιουργεί ένα μυθιστόρημα (αληθινό μυθιστόρημα) που βαδίζει μέχρι ένα σημείο στις ράγες της κοινά αποδεκτής ιστορίας αλλά σε ένα μεγάλο μέρος του αναπλάθεται από την φαντασία του συγγραφέα. Ο Ελευθερίου δεν προσπάθησε να αναμοχλεύσει πάθη, να δώσει δικές του ερμηνείες στην ιστορία, νέες διαστάσεις στην υπόθεση της ηθοποιού, που για πολλούς ήταν ερωμένη του δοτού πρωθυπουργού της κατοχικής κυβέρνησης Ράλλη αλλά τελικά αποδείχθηκε σωτήρας πολλών αριστερών από το εκτελεστικό απόσπασμα.
Και αφού εξαντλεί όλα τα στοιχεία της έρευνας του, τα οποία παραθέτει κομμάτι-κομμάτι με μαεστρία στο τέλος αποφασίζει να προσθέσει την φαντασία του στη συνέχεια της ιστορίας. Δίνει μια δεύτερη ευκαιρία στην ηθοποιό και ενός δεύτερου «θανάτου». Πετυχαίνει έτσι την τέλεια δοσολογία μεταξύ ιστορικών και φανταστικών γεγονότων, χρησιμοποιεί την ίδια την ηθοποιό σε σημαντικό μέρος της αφήγησης του και στο τέλος κατορθώνει με μεγάλη ειλικρίνεια να προβληματίσει τον αναγνώστη για την ιστορική αλήθεια ή ψέμα, χωρίς ο ίδιος να υποχρεώνεται σε μια σαφή τοποθέτηση, χωρίς να κατευθύνει τη ροή των γεγονότων προς ένα τελικό συμπέρασμα. Καταλογίζει ευθύνες, όπως εκείνες που αναλογούν στο Σωματείο Ηθοποιών που με την διαγραφή της Παπαδάκη άνοιξε το δρόμο για την εκτέλεσή της, το ρόλο του μοιραίου ηθοποιού (Μυράτ, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις αν και δεν κατονομάζεται) και άλλα πολλά.
Ο Μάνος Ελευθερίου δεν έπεσε στην παγίδα να γράψει ιστορία αλλά έντιμα παρουσίασε με βάση ιστορικά γεγονότα ένα μυθιστόρημα. Ενδεχομένως, η αντικειμενικότητα του να τεθεί από πολλούς (και ήδη τέθηκε) υπό αμφισβήτηση αλλά ένας λογοτέχνης δεν έχει την υποχρέωση να είναι αντικειμενικός! Με την «ανάσταση» της Παπαδάκη στην ουσία δεν την «εξιλεώνει» αλλά τη «βασανίζει» αφού την υποχρεώνει να ξαναζήσει υπέργηρη και έγκλειστη «μνήμες» από τα Δεκεμβριανά. Ο συγγραφέας αμφιβάλλει, αιωρείται αλλά είναι ξεκάθαρο ότι κρατάει τις αποστάσεις του ακόμη και τις στιγμές που επιλέγει το ρόλο του δικαστή ή του κριτή. Για τη γραφή του Ελευθερίου, είναι περιττό να αναφερθούμε αφού ακόμη και αν δεν υπήρχε πρότερο δείγμα ο ποιητικός, σχεδόν παραληρηματικός τρόπος που διαλέγει για τις τελευταίες 100 περίπου του βιβλίου του προσφέρεται για «λογοτεχνική ανθολογία», ενώ στις προηγούμενες περίπου 250 σελίδες είναι ευδιάκριτο το θεατρικό ύφος του. Συμπερασματικά, ο Ελευθερίου μας οδηγεί χωρίς να «χειραγωγεί» την αφήγηση σε συμπεράσματα, σε αποφάσεις, στη γνώση του αληθινού θύτη και του θύματος αλλά παράλληλα υποχρεώνει (όπως κάθε κλασικό στο είδος του έργο) τον αναγνώστη να μην κλείσει τη «Γυναίκα που πέθανε δύο φορές» και να την ξεχάσει στη βιβλιοθήκη του αλλά να ανατρέξει σε αυτή ξανά και ξανά. Θεωρώντας ότι τα βιβλία που αναφέρονται στη συγκεκριμένη περίοδο έχουν ουσιαστικά «εξαντληθεί» θεματολογικά βίωσα μια ευχάριστη έκπληξη από την αντιστροφή της οπτικής γωνίας που επιτυγχάνει ο Ελευθερίου. Για την συγκεκριμένη εποχή, νομίζω, ότι μόνο ο Αλέξης Πανσέληνος με τον «Κουτσό Άγγελο» πέτυχε το ίδιο χωρίς να ενοχλήσει, αναφερόμενος στον παραλογισμό και την παραφροσύνη του εμφυλίου. Ο Ελευθερίου στις συνεντεύξεις που έδωσε για την καινούργια δουλειά του παραδέχεται ότι ούτε ιστορία προσπάθησε να γράψει, ούτε να δώσει λύσεις και απαντήσεις επιχείρησε, ούτε όπως εσχάτως συμβαίνει να αναθεωρήσει τα γεγονότα του εμφυλίου. Και ακριβώς για αυτούς τους λόγους κερδίζει τη «λογοτεχνική» μάχη από τη Γαλανάκη.
Τα «Αμίλητα βαθιά νερά» είναι μια δουλειά χωρίς ταυτότητα και κατεύθυνση, περισσότερο φλερτάρει με τη λαογραφία, παρά με οτιδήποτε άλλο. Αυτό είναι το μοναδικό σημείο υπεροχής της Γαλανάκη απέναντι στον Ελευθερίου. Κρητικιά, γνωρίζει καλά (το απέδειξε ακόμη καλύτερα στον «Αιώνα των λαβυρίνθων») τους θρύλους, τις περιοχές, τους ανθρώπους του νησιού αλλά πάνω από όλα αφουγκράζεται άριστα τους άγραφους νόμους και το εθιμικό δίκαιο της γενέτειρας του. Στην αναπαράσταση, λοιπόν, του χώρου αλλά και της εποχής έγκειται η μοναδική υπεροχή της απέναντι στον Ελευθερίου. Η γραφή της δεν διαθέτει ούτε τα παραληρηματικά κρεσέντα του Ελευθερίου, ούτε τη θεατρικότητά του, μοιάζει να ξέρει ότι γράφει ένα μπεστ σέλερ και να υπηρετεί πιστά τους όποιους κανόνες υπάρχουν όταν ένας συγγραφέας γράφει έχοντας στο μυαλό του τους αναγνώστες. Χώρια, που στη διάρκεια των τελευταίων ετών έχει τεθεί και θέμα για το «τυποποιημένο» της γραφής στο οποίο ενίοτε καταφεύγει η Γαλανάκη.
Στην ουσία, η Γαλανάκη μπλέκει στον κυκεώνα της ιστορίας, προσπαθεί να τη σεβαστεί, γράφει κάτι ανάμεσα σε χρονικό, ιστορία, λαογραφία, ιστορικό ρομάντζο προσπαθεί να προσθέσει ένα μανδύα non fiction δουλειάς αλλά δεν κάνει τίποτε από όλα αυτά ή δεν κάνει (πλην των λαογραφικών στοιχείων) τίποτε τόσο καλά ώστε να ενισχύσει το τελικό αποτέλεσμα. Ενώ το κλίμα και οι συνθήκες της εποχής αποδίδονται με πιστότητα αποτυγχάνει στην ψυχική κατάδυση, καταναλώνεται σε υπέρ του δέοντος λυρικές περιγραφές και εξιδανικεύει τους πρωταγωνιστές της σε βαθμό που στο τέλος ο αναγνώστης απορεί για τις αιτίες αυτού του χαμού! Παράλληλα, δείχνει να «σέβεται» υπερβολικά τους υπαρκτούς πρωταγωνιστές και ενώ είναι φανερό ότι ο Ελευθερίου υποχρεώνεται να στοχαστεί σε πολλά σημεία εκείνη ανατρέχει στην έρευνα και στα αρχεία για να αποφύγει τους όποιους σκοπέλους ξεπηδούσαν από την αφηγηματική ροή. Δεν αφήνει ερωτήματα (ανεξάρτητα από την αντίδραση της κ. Τασούλας), γράφει ένα μπεστ σέλερ αλλά στην ουσία αφήνει ένα βιβλίο που δεν αντέχει ούτε στο χρόνο, ούτε στον χαρακτηρισμό «κλασικό».
Σημειώστε ότι δεν αναφερθήκαμε καθόλου στην έρευνα και τα ιστορικά ντοκουμέντα που βρίθουν αναφορών και στα δύο βιβλία. Είναι ξεκάθαρο ότι και η Γαλανάκη και ο Ελευθερίου έκαναν μια χρονοβόρα έρευνα, συνέλεξαν όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσαν. Και σε αυτό τον τομέα αρίστευσαν αμφότεροι.
Readers Diggest
για το www.lexima.gr
Περισσότερες βιβλιοπαρουσιάσεις και σχόλια του R. D. μπορείτε να διαβάσετε στην πολύ ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα του : READERS DIGGEST (http://diavazo.blogspot.com/)
Δημοσίευση στο lexima.gr : 26/6/2006
Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.


