Λέξημα / ¶ρθρα / Ποίηση και ΜουσικήΑνώνυμος επισκέπτης
¶ρθρα Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #516 | Αποστολή από Γιάννης Μ. |
   Τρι 25 Ιαν 2005 
Ποίηση και Μουσική
Σκέψεις και προβληματισμοί: Το ποιητικό παράδοξο(;)
    
     Στα μέσα του Δεκέμβρη, 2004, διαβάζοντας την ανθολογία “να μαθαίνω γράμματα” [1] με σκοπό να την παρουσιάσω στο Λέξημα.gr, ήρθε σαν ευχάριστη - για μένα - έκπληξη ο στίχος: “στα μάτια είχαν τη χαρά, στα χέρια το βιβλίο”, από το γνωστό τραγούδι του Γιώργου Ζωγράφου [2] , με τον οποίο έκλεινε το κείμενό του στο οπισθόφυλλο ο επιμελητής. Την αρχική ευχάριστη έκπληξη, καθώς ξύπνησε μνήμες από όμορφες εποχές, ακολούθησε ο προβληματισμός για όσα, αντίθετα μεταξύ τους, γράφονται ή λέγονται κατά καιρούς στους ποιητικούς κύκλους.

     Είναι, θέλω να πιστεύω, γνωστό σε όλους το μόνιμο παράπονο των ποιητών για το γεγονός ότι η ποίηση δεν πουλάει στις μέρες μας, αν και οι ίδιοι που το ομολογούν φροντίζουν να αυτοπαρηγορούνται αναλογιζόμενοι - μεγαλόφωνα συνήθως - ότι ποτέ δεν πουλούσε, βάζοντας το θέμα της λειτουργίας της ποίησης στην κοινωνία σε λανθασμένη, κατά τη γνώμη μου, βάση και αυτό γιατί η λειτουργία - η συμμετοχή - και η πρόσληψη του ποιητικού έργου δεν είναι μεγέθη συναρτώμενα μόνο από τις πωλήσεις βιβλίων καθώς πολλές φορές το έργο επιλέγει άλλη διαδρομή, άλλο μέσον, για να φτάσει στον ίδιο πάντα τελικό αποδέκτη, την κοινωνία.

     Αυτό που ίσως δεν είναι γνωστό, αν και το είχε επισημάνει ο Κάρολος Μητσάκης από το 1979 [3] , είναι η μοναδικότητα, οικουμενικά, που παρουσιάστηκε στη χώρα μας, της (επανα)-σύνδεσης ποίησης και μουσικής, με τις μελοποιήσεις έργων μεγάλων Ελλήνων ποιητών από εμπνευσμένους συνθέτες [4] με αποτέλεσμα να γίνει η ποίηση κτήμα του λαού και καθημερινότητά του.

     Βέβαια αν και ποτέ δεν υπήρξε οριστική ρήξη στις σχέσεις Ποίησης - Μουσικής, είναι γεγονός ότι, ακολουθώντας τα δυτικά πρότυπα, η ελληνική ποίηση φρόντισε να μεγαλώσει την απόσταση που τη χώριζε απ' τη μουσική. Σε μια χώρα που για αρκετά χρόνια οι πολίτες της συν-ομιλούσαν με στίχους του Ρίτσου, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Γκάτσου και άλλων πολλών μεγάλων ποιητών μας, την ίδια στιγμή που τα ποιητικά βιβλία ήταν το μόνιμο κατάλυμα της σκόνης στα ράφια των βιβλιοπωλείων, η ποίηση, θεώρησε πως όφειλε να απομακρυνθεί από τη μουσική και να παραχωρήσει τη θέση της σε fast food στίχους ασμάτων κλάψας και μιζέριας, συνεχίζοντας όμως να εκφράζει το παράπονο ότι η ποίηση δεν πουλάει.

* Φυσικά η έκφραση: “η ποίηση δεν πουλάει”, ανέκαθεν, όταν λεγόταν από χείλη ποιητών, δεν είχε οικονομική ερμηνεία - δεν γινόταν με αναφορά στις αναμενόμενες εισπράξεις κερδών από τα έργα τους - αλλά, το σημαντικότερο, αντανακλούσε την έντονη επιθυμία τους να γίνει το έργο τους γνωστό σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό.

     Είναι(;) γνωστές οι σύγχρονες θέσεις ποιητών και θεωρητικών της λογοτεχνίας για την “κρίση του ελεύθερου στίχου” και την ανάγκη επαναμάγευσης του ποιητικού λόγου [5] - αίτημα που αρκετοί συνδυάζουν με την (επανα-) σύνδεση Ποίησης - Μουσικής.

Το 1978, ο Οδυσσέας Ελύτης απαντώντας στους επικριτές του, για τη μελοποίηση του ¶ξιον Εστί, έγραφε [6] : Υπάρχει μια ολόκληρη παράταξη, αναμφισβήτητα καλόπιστη, που καταδικάζει ωστόσο στη συνείδησή της κάθε συνεργασία μουσικής και ποίησης. Ίσως γιατί εκτιμά τη μελωδία και βρίσκει άτοπο να συνδέεται αυτή μ' ένα κείμενο που δεν της είτανε απ' αρχής προορισμένο. Τις απόψεις αυτές, πρέπει να πώ ευθύς αμέσως, τις κατανοώ και τις σέβομαι, αλλά δεν μου είναι δυνατόν να τις δεχτώ. Φοβούμαι ότι κατά ένα μεγάλο μέρος οφείλονται στη μακρά συνήθεια που μας έχει κληρονομήσει η Δύση και που την υποθάλψανε οι εξατομικευμένες κοινωνίες, να νοούμε τις τέχνες σαν μονάδες ξεχωριστές και να θεωρούμε βεβήλωση τη σύζευξή τους...
Ο Βρασίδας Καράλης σε κριτικό του κείμενο, [7] το 1993, σημείωνε μεταξύ άλλων τα εξής: Σήμερα, είναι σχεδόν ακατόρθωτο να απολαύσει κάποιος την ποίηση του Σολωμού, του Βαλαωρίτη, του Μαρκορά, του Γρυπάρη, του Παλαμά και του Δροσίνη, είναι αδύνατο να νοιώσει τη μουσικότητα του λόγου και την ευστάθεια της γλώσσας τους. Οι σημερινοί Έλληνες αναγνώστες και δημιουργοί έχουν κάνει εύσημο ανδρείας την αγραμματοσύνη. Κατ' επέκταση, επειδή ο σύγχρονος αναγνώστης αδυνατεί να διαβάσει ένα ποίημα με ομοιόμορφο μουσικό σχήμα, δεν μπορεί να δώσει άξονες στη συγκίνησή του, η οποία διαλύεται σε μια ακολουθία λέξεων - τις πιο πολλές φορές χωρίς μουσικότητα και ρυθμό.
Το 2003 ο Δημήτρης Καράμπελας αναφερόμενος στην ποιητική του Δ. Σαββόπουλου [8], αναφέρει: Αλλά η ποίηση δεν είναι θέμα μορφής, αλλά ουσίας : κι αν ακόμα μια μορφή της πεθάνει, από δικό μας ή όχι σφάλμα , η ποίηση θα ξανασαρκωθεί εν ετέρα μορφή .
Μια τέτοια καινούργια μορφή υπήρξε, τα τελευταία τριάντα χρόνια και το τραγούδι, χαρίζοντας στην ποίηση φτερά και, κυρίως, δεσμούς, που κινδύνευε να λησμονήσει .....Τέχνη λαϊκή, που κυκλοφορεί στον αέρα, στις καθημερινές σχέσεις, στους πιο ετερόκλητους κοινωνικούς χώρους, το τραγούδι λογοδοτεί διαρκώς στην Αγορά - ενώ το ψέμα μπορεί πιο εύκολα να συντηρείται σε μοναχικούς ιδιωτικούς χώρους , όπου η απουσία ζωής εκλαμβάνεται ως «αυστηρότητα του πνεύματος».

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης, παρουσιάζοντας στο Λέξημα.gr, αρχές Γενάρη, 2005, την ποιητική συλλογή του Γιάννης Αντιόχου [9] ολοκληρώνει το κείμενό του με την ακόλουθη πρόταση: Ειδάλλως η ποίηση θα βρίσκεται πάντοτε στις πιο άβολες γωνιές των βιβλιοπωλείων, θα πουλά κάποιες δεκάδες αντί χιλιάδων αντιτύπων και η μητέρα των τεχνών, η μουσική, θα της αρνείται δια παντώς την μελοποίησή της.

Θα μπορούσαμε να γεμίσουμε τόμους με ανάλογες τοποθετήσεις πολλών άλλων ακόμη που επι-σημαίνουν κατά καιρούς ότι η απόσταση της ποίησης από τη μουσική κάθε άλλο παρά ωφέλησε την πρώτη αλλά το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός, αυτό που όλοι εισπράτουμε, σήμερα στίχοι τραγουδιών, “ελαφρών” συνήθως, να γίνονται στοιχεία της καθημερινότητάς μας. Σήμερα η πλειοψηφία, η κοινωνία, συν-ομιλεί όχι με στίχους μελοποιημένων ποιημάτων [10], όπως παλιότερα, αλλά με στίχους τραγουδιών, ενώ δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο στις μέρες μας να ανθολογούνται τραγούδια μαζί με ποιήματα ή και πεζογραφήματα.

     Για μεγάλο χρονικό διάστημα όσοι ποιητές τολμούσαν να προσεγγίσουν, με τον τρόπο γραφής τους, τη μουσική, ή έστω είχαν στοιχεία μουσικότητας, εισέπρατταν την αποδοκιμασία των υπολοίπων. Ενδιαφέροντες, εάν όχι σημαντικοί, ποιητές έμειναν στην αφάνεια επειδή έκαναν το λάθος να γράψουν Και τραγούδια ή ποιήματα σε “παρωχημένα σχήματα”. Ακόμα και γνωστά ονόματα δεν ξέφυγαν από αυτή την αντιμετώπιση: Ο Νίκος Καββαδίας δεν τιμήθηκε ιδιαίτερα από τους ομοτέχνους της εποχής του, Ο Ελύτης κατηγορήθηκε για τις “μουσικές δημιουργίες του” [11], ο Γκάτσος γιατί ενέδωσε στο κάλεσμα των μεγάλων συνθετών. Είναι γνωστή η αποστροφή του Γ. Σεφέρη και η απαξίωσή του για το έργο του Ν. Καββαδία - αν και σε βάθος χρόνου ο δεύτερος κέρδισε την αναγνώριση που του αναλογούσε με τις μελοποιήσεις των ποιημάτων του, τα οποία έγιναν γνωστά στο ευρύτερο κοινό και σε παγκόσμια έκταση, ενώ οι σχετικά πρόσφατες αποκαλύψεις για τον πρώτο πυροδότησαν αναπάντητα ερωτήματα για τις πρακτικές αναγνώρισης και επιλογής στις βραβεύσεις.

Σίγουρα είναι μεγάλο το δίλημμα και είναι(;) στην κρίση του δημιουργού, του ποιητή, να επιλέξει εάν επιθυμεί την (επανα-) σύνδεση με τη μουσική [12], ώστε το έργο του να έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει ευρύτερα γνωστό, ή εάν δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, αρκούμενος στο γνωστό, περιορισμένο κοινό της ποίησης, ενώ παράλληλα θα διατηρεί και θα περιφέρει ακέραιο το παράπονο, ότι η ποίηση δεν πουλάει, συντηρώντας ένα ακόμη παράδοξο της εποχής μας.





Σημειώσεις

[1]  Να μαθαίνω γράμματα, Ανθολογία, επιμέλεια Κώστας Ακρίβος,
      Μεταίχμιο, 2004
      Μπορείτε να διαβάσετε την παρουσίαση της ανθολογίας στην κατηγορία :
      βιβλιοπαρουσιάσεων πεζογραφίας του Λέξημα.gr ακολουθώντας τη διαδρομή:
      Αρχική σελίδα Λέξημα.gr -> Παρουσιάσεις πεζογραφίας -> Να μαθαίνω γράμματα
[2]  Από το τραγούδι: Μικρό παιδί - Γιώργος Ζωγράφος, Λ. Κόκοτος, Αργ. Βεργόπουλος
[3]  Κάρολος Μητσάκης: Νέο-Ελληνική Μουσική και Ποίηση,
      Εκδ. Γρηγόρη, 1979, σελ. 13
[4]  Ήδη απ' την επτανησιακή σχολή (Μάντζαρος, Καλομοίρης) και συνεχίστηκε
      μέχρι τις μέρες μας -Χατζιδάκις, Θεοδωράκης κ.ά.
[5]  Νάσος Βαγενάς: Ποιον ενδιαφέρει η ποίηση σήμερα ;
       εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ , 18-05-2003 .
      Στο άρθρο του ο Ν. Βαγενάς σχετικά με τη φράση επαναμάγευση του ποιητικού λόγου,
      διευκρινίζει ότι δεν αναφέρεται σε επιστροφή σε φόρμες και μορφές του παρελθόντος.
[6]  Ο.Ελύτης, “Ποίηση και Μουσική”, Αιολικά Γράμματα 8 (1978) 23.
[7]  Βρασίδας Καράλης: περιοδικό Αντί, Αθήνα, 25 Ιουνίου 1993, αρ.524 σελ.64-65.
[8]  Δημήτρης Καράμπελας:   Διονύσης Σαββόπουλος - Ποιητική - Παράδοση - Πνεύμα
      Εκδ.Μεταίχμιο, 2003, σελ. 182.
[9]  Γιώργος Παναγιωτίδης: Αρχική σελίδα Λέξημα.gr -> Βιβλιοπαρουσιάσεις Ποίησης ->
      Γιάννης Αντιόχου, Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα.
[10] Ποιητές όπως : Βιζυηνός, Εφταλιώτης, Λαπαθιώτης, Σκαρίμπας, Βρεττάκος, Θέμελης,  
       Παπανικολάου και άλλοι πολλοί έγιναν ευρύτερα γνωστοί στις νεότερες γενιές από τις
       μελοποιήσεις ποιημάτων τους και φυσικά παρέλειψα σκόπιμα τα πολύ γνωστά ονόματα.
[11]  Ώς μουσικές δημιουργίες χαρακτηρίστηκαν - και χαρακτηρίζονται ακόμη από αρκετούς - τα ποιήματα του Ελύτη που γράφτηκαν, “κατά παραγγελία”, με σκοπό την μελοποίησή τους.
[12]  Να σημειώσω εδώ ότι δεν αναφέρομαι κατ' ανάγκη στην επιστροφή σε παλαιότερες μορφές και σχήματα της ποίησης, θυμίζοντας όμως ότι η ύπαρξη μέτρου δεν προϋποθέτει ρίμα - ομοιοκαταληξία, αλλά, και στην ανίχνευση νέων δρόμων από τους δημιουργούς - ποιητές.







        Γιάννης Μανιάτης   -  25/1/2005
           για το www.lexima.gr



Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.