Λέξημα / Πεζογραφία / Εθισμός στη νικοτίνηΑνώνυμος επισκέπτης
Πεζογραφία Νεότερο Παλαιότερο
'Αρθρο #71 | Αποστολή από Γιάννης Μ. |
   Κυρ 18 Απρ 2004 
ΘΑΝΑΣΗΣ  ΒΑΛΤΙΝΟΣ
Εθισμός στη νικοτίνη
Εξώφυλλο
Δώδεκα διηγήματα αποτελούν το καινούριο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού με θεματολογία που ποικίλει καθώς και οι αφηγηματικές τεχνικές
                ΘΑΝΑΣΗΣ  ΒΑΛΤΙΝΟΣ
            Εθισμός στη νικοτίνη - διηγήματα
            Εκδόσεις «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ», Αθήνα 2003, σελ.208


            Δώδεκα διηγήματα αποτελούν το καινούριο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού, δημοσιευμένα κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά. Η θεματολογία τους ποικίλει καθώς και οι αφηγηματικές τεχνικές που ακολουθεί ο γνωστός και καταξιωμένος συγγραφέας. Το πρώτο διήγημα για παράδειγμα είναι γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και χρησιμοποιεί την αναδρομή, η ιστορία είναι μια παιδική-εφηβική ανάμνηση με αναφορά στην ορεινή Αρκαδία και τα παράλια της Λακωνίας (γνώριμα σκηνικά στη θεματολογία του Θ. Βαλτινού). Το δεύτερο διήγημα όμως είναι ένα διαλογικό κείμενο με κινηματογραφική δράση και φόντο τη Βόρεια Ελλάδα. Το τρίτο διήγημα αιφνιδιάζει, καθώς είναι μια αποσπασματική αφήγηση μέσω περιγραφής φωτογραφιών από τις σύντομες διακοπές ενός ζευγαριού σε νησί. Και πάει λέγοντας.
             Είναι φανερή η προσπάθεια του συγγραφέα να μην επαναλαμβάνεται, ούτε θεματολογικά ούτε ιστορικά ούτε από τεχνική άποψη. ‘Αλλωστε ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τις εύκολες λύσεις. Αποτέλεσμα της επίπονης αυτής πάλης με το γράψιμο είναι αυτή η κατά κοινή ομολογία υποβλητική και γοητευτική γραφή που αποτελεί πια το σήμα κατατεθέν του. Ο αναγνώστης μπορεί να απολαύσει την ώριμη αυτή μοντερνιστική γραφή με το στακάτο, ελλειπτικό αλλά και οικείο λόγο που στηρίζεται στη μελέτη και αξιοποίηση των χαρακτηριστικών του προφορικού λόγου. Αυτό νομίζω ότι είναι το κρυμμένο μυστικό της τέχνης του Θανάση Βαλτινού η αγάπη για την προφορικότητα και την εντοπιότητα, την ιθαγένεια του λόγου, χωρίς κανένα κόμπλεξ όμως απέναντι στα σύγχρονα ρεύματα της λογοτεχνίας.
            Ο λόγος που καλλιεργεί αντιμετωπίζει την ιστορία και την πραγματικότητα ως μία ενιαία ενότητα, ιδωμένη πάντοτε μέσα από τα μάτια ενός συγκεκριμένου προσώπου - αφηγητή και εκφρασμένη μέσα από το δικό του βιωματικό λόγο.
            Τα πρόσωπα αυτά μεταφέρουν την ιστορία τους μέσα στο λογοτεχνικό σύμπαν του συγγραφέα με έναν μοναχικό μονόλογο που δεν είναι εσωτερικός, αλλά είναι άγνωστο ή ασαφές σε ποιον διηγούνται, ενώ το ύφος τους προδίδει μεγάλη οικειότητα με τον φανταστικό ακροατή - αποδέκτη του λόγου τους. Ο συγγραφέας «ντύνεται» (‘ποιείται' θα έλεγα) τη φωνή τους και δια μέσω αυτής απευθύνεται προς τον αναγνώστη, εμπλέκοντάς τον έτσι σε αυτήν τη σχέση οικειότητας. Με αποτέλεσμα να  είναι εύκολο να νομίσει ο αναγνώστης ότι μιλάει ο ίδιος ο συγγραφέας και να τον ταυτίσει με τα υποδυόμενα από αυτόν πρόσωπα, ενώ ο συγγραφέας κάνει ότι μπορεί για να τον προφυλάξει από αυτήν την παγίδα, χρησιμοποιώντας κάθε φορά διαφορετικά ύφη, πρόσωπα, ιστορικές περιόδους και γεωγραφικές αναφορές, για να τονίσει ότι δεν πρόκειται για τον δικό του αυτοβιογραφικό λόγο.
            Αλλά γιατί πρόκειται τότε; Πρόκειται για την αναζήτηση του κοινού λόγου, όχι ενός λόγου ιδεολογικού που θα ισοπεδώνει τους υποκειμενικούς λόγους των προσώπων  καταργώντας ή ομαδοποιώντας τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά ενός λόγου συνταιριασμένου ως ψηφιδωτό από τις διαφορετικές ψηφίδες των υποκειμένων που τις συνθέτουν.
            Το αξιοσημείωτο στα υποκείμενα αυτά του Θ. Βαλτινού είναι ότι δεν είναι τελείως αποκομμένα και αποξενωμένα, αλλά, παρόλη τη μοναξιά του κλειστού τους λόγου, υπόγεια ρεύματα τα συνδέουν μεταξύ τους. Οι υπόγειες αυτές διασυνδέσεις προέρχονται από τη λαϊκότητα του λόγου τους που έχει τη δύναμη να αναδεικνύει το κοινό στοιχείο μέσα σε κάθε ατομική αφήγηση. Η λαϊκότητα αυτή είναι σύμφυτη με την οικειότητα που αναδίδει ο λόγος τους και αντανακλά το αυθεντικό ήθος της ελληνικής γλώσσας. Η νοσταλγία της κοινοτικής ζωής που κρύβεται πίσω από αυτή τη χρήση της γλώσσας είναι που σώζει, κατά τη γνώμη μου, τη γραφή του Θ. Βαλτινού από τη μεταμοντέρνα αποπροσωποίηση.
            Για να γίνει κατανοητό αυτό επιχειρώ μία πρόχειρη σύγκριση του έργου του με το έργο του Παπαδιαμάντη. Το κοινό στοιχείο και των δύο είναι ακριβώς η νοσταλγία της κοινοτικής ζωής. Η νοσταλγία αυτή συνδέεται και στα δύο έργα με ένα πάντοτε συγκεκριμένο τόπο, που είναι ο μυθικός τόπος της παιδικής ηλικίας και συγχρόνως ο ιερός τόπος της καταγωγής. Η ιστορία σημαδεύει τον τόπο αυτό και τους ανθρώπους του με τις πολλαπλές καταστροφές που προκαλεί, η νοσταλγία όμως τον ανασυνθέτει σε ένα άλλο επίπεδο, λογοτεχνικό, ανασταίνοντας την κοινότητα μέσω του προφορικού λόγου των εκπροσώπων της. Το ήθος του λόγου αυτού, που μιμείται την αμεσότητα και αποσπασματικότητα της προφορικής επικοινωνίας, δεν έχει τίποτα το μελοδραματικό, το ηρωικό ή το προσβλητικά οικείο, κανένα στοιχείο δηλαδή του ανήκειν σε κάποιο ιδιαίτερο λογοτεχνικό ρεύμα που θα οδηγήσει αναπόφευκτα στο ξεπέρασμα του ήθους (και ύφους) αυτού μακροπρόθεσμα, όπως έγινε και γίνεται δυστυχώς με τόσους άλλους σημαντικούς λογοτέχνες. Η νοσταλγία αυτή ποτίζει με ένα τραγικό άρωμα την αφήγηση, δημιουργώντας την απαραίτητη απόσταση ανάμεσα στον συγγραφέα και τους λογοτεχνικούς ήρωες, που τους δίνει έτσι την δυνατότητα να υπάρξουν αυτόνομα και να ζήσουν τη δική τους ζωή.
            Αξίζει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη της νοσταλγίας αυτής δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η κοινότητα κάποτε υπήρχε και τώρα χάθηκε, μπορεί να υπήρχε ανέκαθεν ως νοσταλγία για ένα ιδανικό που πάντοτε καταστρεφόταν μέσα στις κάθε φορά διαφορετικές συνθήκες της πραγματικότητας - ιστορίας. Άλλωστε ήδη από τον Όμηρο η κοινότητα που βρίσκεται στο φόντο της αφήγησης είναι μια κοινότητα σε κρίση (είτε είναι η Τροία, είτε η Ιθάκη, είτε το στρατόπεδο των Αχαιών στην Τροία), κάτι που κάνει τη νοσταλγία πιο έντονη και την αφήγηση τραγική.
            Ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα μπορούμε να πάρουμε το αριστουργηματικό για την οικονομία του διήγημα «Μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα;» Η όλη αφήγηση, που πιάνει μιάμιση σελίδα, γίνεται σε πρώτο πρόσωπο και επειδή το πρόσωπο αυτό είναι ταξιτζής, δημιουργεί αόριστα την εντύπωση ότι ακούς ως επιβάτης τώρα τον ταξιτζή να σου διηγείται την ιστορία αυτή μέσα στο ταξί. Σ` αυτή τη σύντομη αφήγηση ο ταξιτζής προλαβαίνει να φανερώσει τις εμμονές του «μετράω με το παλιό εγώ» (ενν. ημερολόγιο), την υπερηφάνειά του «είχα μια κράισλερ πετούσε», «Το πατάω εγώ το αυτοκίνητο, τα φώτα αναμμένα, έντεκα το πρωί, άντε δωδεκα. Κάνω δυόμιση ώρες μέχρι το Παίδων. Τότε με κείνους τους δρόμους.» Μέσα από το βλέμμα αυτού του επαγγελματία βλέπουμε τον πελάτη του να αγρυπνά, να διστάζει, να ντρέπεται κλπ. Σε πρώτο επίπεδο. Γιατί σε δεύτερο επίπεδο δεν πρόκειται για τη σχέση ταξιτζή - πελάτη. Όταν ο ταξιτζής της Τρίπολης βλέπει ότι ο πελάτης δεν κάνει καμία προκαταρκτική συμφωνία για την τιμή, δεν παζαρεύει τίποτα, αλλά μέσα στην συμφορά του (πρέπει να προλάβει να σώσει το παιδί του από τη διφθερίτιδα) αφήνεται έρμαιο στα χέρια του, κάνει την καίρια ερώτηση:                                                                                      
            -Από πού είσαι; τον ρωτάω.
            -Από το Βελτεσινίκο, μου λέει.
            Έτσι η σχέση ταξιτζής - πελάτης αλλοιώνεται από τη σχέση συντοπίτης - άνθρωπος «δικός μας». Ο πλησίον εδώ είναι κυριολεκτικά από το διπλανό χωριό. «Τι να του γυρέψω, όσα ήθελα μπορούσα, δε με είχε συμφωνήσει. Αλλά με μισό παπούτσι ήτανε». Η καλή πράξη του ταξιτζή δεν έρχεται ως αποτέλεσμα συναισθηματισμού, ή ως μια επιβεβαίωση του εγωισμού του, της ιδέας που έχει ότι είναι ‘καλός άνθρωπος'. Είναι η διάβρωση της αστικής σχέσης (ταξιτζής - πελάτης - συμφωνία - χρήμα) από την κοινοτική σχέση (συντοπίτης - αρρώστια - φτώχεια - βοήθεια) για την οποία ο ταξιτζής αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί. «Τι να του πω που ήταν με μισό παπούτσι».
            Η νοσταλγία της κοινότητας διαβρώνει τις αστικές σχέσεις και τη λογική τους, διασώζει το ήθος των προσώπων και το ύφος της γλώσσας μέσα από την αναζήτηση του κοινού λόγου που επιχειρεί ο Θ. Βαλτινός.


                                                    Μαρία Φιλουμένη Δέλλιου
                                                         για το lexima.gr

Lexima.gr - Τα κείμενα αποτελούν απόψεις και θέσεις των συντακτών τους.